pragma-580x358.jpg

Σήμερα θα αναφερθούμε σε ένα πολύ ωραίο κυπριακό ποίημα-τραγούδι που καταγράφηκε από κύπριους λαογράφους πριν πάρα πολλά χρόνια. Η ονομασία του είναι ο “Πραματευτής” αλλά μπορεί και να το συναντήσεις με τον τίτλο το “Τραούιν του θέρους”, γιατί τραγουδιόταν στα χωράφια, την εποχή που θέριζαν.

Προτού παραθέσω το ποίημα-τραγούδι, να σας αναφέρω πως ο “Πραματευτής” χρησιμοποιήθηκε, με μικρές αλλαγές και από τον Ιωάννη Γρυπάρη στην ποιητική συλλογή του “Σκαραβαίοι και Τερρακότες” (1919).

 

Τζινούρκος νιος πραματευτής έρκεται ’πού την Πόλην˙
τραβά μουλάρκα δώδεκα τζαι με τες πραματειές του
τραβά τζαι εις την μέσην του ολόχρυσον ζωνάριν.
Μια λυερή εσσιάστην* τον από το παναθύριν˙
–Τζινούρκε νιε πραματευτή, πουλείς μου το ζωνάριν;
Αν το διάς με τα φλουρκά, εγιώ να το γοράσω,
αν το διάς με τα καρσά,* εγιώ να το ζυάσω.
–Δεν το διώ με τα φλουρκά, εσού να το γοράσεις,
δεν το διώ με τα καρσά, εσού να το ζυάσεις·
έναν φιλίν μού κούστισεν τζι αν εύρω δκυο, διώ το.
–Τζαι τράβα τα μουλάρκα σου κάτω στην ’ρκάν* την βρύσην,
έσει μηλιάν, γλυκομηλιάν, με δώδεκα κλωνάρκα,
τζαι δήσε τζαι τ’ αππάριν σου εις της μηλιάς την ρίζαν,
τζαι δήσε τα μουλάρκα σου κάθε κλωνάριν έναν.
Παίρνω τζι εγιώ την κούζαν μου για να ’ρτω να γεμώσω
τζαι τζει διώ σου το φιλίν, διάς μου το ζωνάριν.
Τράβηξεν τα μουλάρκα του τζαι πάει εις την βρύσην,
βρίσκει μηλιάν, γλυκομηλιάν, με δώδεκα κλωνάρκα,
τζι έδησεν τα μουλάρκα του πάσα κλωνάριν έναν,*
τζι έδησεν τζαι τ’ αππάριν του εις της μηλιάς την ρίζαν.

Πκιάννει να χύσει το νερόν τζι η μάνα δεν αφήννει.
Η κόρη επεράρκησεν* τζι ο νιος εποτζοιμήθην.
Όφις τον όφιν έτρεσεν, όφις το φίδιν τρέσει,
ήταν το στόμαν τ’ αννοιχτόν, τζι όφις επήεν μέσα,
τζαι νά σου τζαι την λυερήν στην βρύσην κατεβαίνει.
Ακόμα νιος ανάσερνεν,* ακόμα νιος ελάλεν˙
–Τζαι πάρ’ τζαι τα μουλάρκα μου, τζαι με τες πραματειές μου,
τζαι πάρ’ τζαι το ζωνάριν μου, τζι ούλες τες ομορφκιές μου,
τζαι πούλησ’ τα μουλάρκα μου κάμε τα κόλλυφά μου
τζαι τρώε τζαι μακάριζε τζαι λάλε τ’ όνομάν μου.
Ετζείνος όπου το ’βκαλεν, σαν ποιητής λοάται,
τζείνου πρέπει συχχώρηση τζι εμέναν τ’ ως πολλά ’τε.

Σημειώσεις
* σσιάζο(υ)μαι: βλέπω από μακριά,
διακρίνω τη σκιά
* καρσά, τα: χρήματα
* (ω)’ρκά: ωραία
* αππάριν, το: μικρό άλογο

* περαρκώ: αργώ περισσότερο απ’ όσο πρέπει,
καθυστερώ
* ανασέρνω: αναπνέω βαριά, αγκομαχώ

 

 

 

Ὁ πραματευτής (Ιωάννης Γρυπάρης)

Ἦρθε ἀπ᾿ τὴ Πόλη νιὸς πραματευτὴς

μὲ διαλεχτὴ πραμάτεια,

μ᾿ ἀσημικὰ καὶ χρυσικὰ

καὶ μὲ γλυκὰ τὰ μαῦρα μάτια.

 

Κι οἱ νιὲς ποθοπλαντάζουν τοῦ χωριοῦ

στὶς πόρτες καὶ στὰ παρεθύρια,

κι οἱ παντρεμμένες ξενυχτᾶν

γιὰ τὰ σμιχτὰ γραφτά του φρύδια.

 

Τρίζωστη ζώνη ὁλόχρυση φορεῖ

σὲ δαχτυλίδι-μέση, καὶ πιὰ ἡ ὡραία χήρα δὲ βαστᾷ:

– «Πραματευτή, πολὺ μ᾿ ἀρέσει

ἡ ζώνη ποὺ φορεῖς κι ὅ,τι νὰ πεῖς

σοῦ τάζω κι ἄλλα τόσα…»

– «Δὲ τὴν πουλῶ μ᾿ οὐδὲ φλουριὰ

μ᾿ οὐδ᾿ ὅσα κι ἄλλα τόσα γρόσα.

Ἔτσι ὡραία, -ὡραία πῶς νὰ σὲ πῶ,

ρόδο ἢ κρίνο;- ἕνα μοῦ κόστισε φιλὶ

κι ὅπου βρῶ δύο τὴ δίνω…»

– «Σύρε ταχιὰ στὴν Ὥρια τὴ σπηλιά,

πραματευτὴ μὲ τὰ ὡραῖα μάτια,

καὶ ῾κεῖ σοῦ φέρνω τὴ τιμὴ

καὶ παίρνω τὴ πραμάτεια».

 

Τραβᾶ ταχιὰ στὴν Ὥρια τὴ σπηλιὰ

καὶ στοῦ μεσημεριοῦ τὴ ντάλα

φτάνει στὴν Ὥρια τὴ σπηλιὰ

σὲ μούλα χρυσοκάπουλη καβάλλα.

Δένει τὴ μούλα στὴ ξυνομηλιὰ

ποὺ σκιώνει μπρὸς στὸ σπήλιο,

στὰ μάτια του ποὺ τὸν πλανᾶν

βάζει συχνὰ τὸ χέρι ἀντήλιο

καὶ τρώει καὶ τρώει τὴ στράτα τοῦ χωριοῦ, δὲ φαίνεται κι οὐδὲ γρικιέται

καὶ μπαίνει μέσα στὴ σπηλιὰ

κι ἀποκοιμιέται…

 

Μέσα στὴ στοιχειωμένη τὴ σπηλιὰ

ποὺ ἀποσταμένος γέρνει,

ὕπνος τὶς φέρνει, ὕπνος τὶς παίρνει:

Νεράιδες περδικόστηθες στητὲς

καὶ μαρμαροτραχῆλες,

ἀνίσκιωτα κορμιὰ ἀδειανά,

διανέματα κι ἀνατριχίλες,

στὶς κομπωτὲς πλεξοῦδες των φοροῦν

νεραϊδογνέματα καὶ πολυτρίχια

κι ἔχουνε κρίνους δάχτυλα

ῥοδόφυλλα γιὰ νύχια

καὶ χρυσομέταξα μαλλιὰ

κι ἐλιόμαυρες λαμπῆθρες

-τέτοιες μὲ μέλι σύγκαιρο μεστὲς

οἱ Ὑβλαῖες κερῆθρες.

Καὶ μία, ἡ Ἐξωτέρα, ἡ Παγανή,

παγάνα τοῦ θανάτου,

χτυπᾷ τὸν νιὸ πραματευτὴ

καὶ παίρνει τὰ συλλοϊκά του.

 

Τώρα στὴ χώρα ὁ νιὸς πραματευτὴς

κλαίει καὶ λέει πάλι κεῖνο:

– «Ἕνα μοῦ κόστισε φιλὶ

κι ὅπου βρῶ δύο τὴ δίνω,

τὴ ζώνη πὄπλεξε ἡ καλὴ -ὢ ἕνα φιλί,

ἡ ἀρρεβωνιαστικιά μου-

μὲ πλάνεσε μιὰ ξωτικιὰ στὴ ξενητειὰ

καὶ πῆρε τὰ συλλοϊκά μου!»

 

21 γαλατaggel-1pragma-580x358balafas2γυρολογοςtherismoskaragounides_2Ο ΤΡΥΓΟΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ166056_536976433027557_1131328855_nkentrisma-theros

 

 

Advertisements