maxresdefault (2).jpg

Χόρευα για πάρα πολλά χρόνια παραδοσιακούς χορούς αλλά την σημερινή πληροφορία, που θα αναφέρουμε στο ιστολόγιο μας, να είμαι ειλικρινής σχετικά πρόσφατα την έμαθα. Κατά τύχης κιόλας!

Ιστορικά, οι ρίζες των παραδοσιακών τραγουδιών δύσκολα εντοπίζονται, εννοώντας ότι κανείς δεν ξέρει ποιος το έγραψε ή το μελοποίησε, έτσι φοριέται ο μανδύας “παραδοσιακό τραγούδι” και σταματά εκεί το ψάξιμο. Κάποιες φορές μπορούν να εντοπίσουν την περιοχή που ξεκίνησε το τραγούδι, έτσι μπορεί να το ονομάσουν π.χ. Νησιώτικο ή Σμυρναίικο.

Εμείς θα ασχοληθούμε με την “γέρημη την βράκαν που κάμνει τρίκκι τράκκα” και θα γράψουμε από πού μας έρχεται. Το τραγούδι, είναι ευρέως γνωστό ως κόνιαλης και είναι αντικρυστός εύθυμος χορός από την περιοχή του Ικόνιου στην Καππαδοκία. Λέγεται έτσι λόγω της καταγωγής του αφού ο κόνιαλης είναι αυτός που κατάγεται από την πόλη Ικόνιο (Κόνια).

Το τραγούδι, σύμφωνα με τους μελετητές, έγινε πολύ διάσημο λόγω της όμορφης μελωδίας του, έτσι στο διάβα των χρόνων όλο και περισσότερες περιοχές το ενσωμάτωναν στην μουσικοχορευτική τους παράδοση. Όπως επισημάνουν, το ανεπτυγμένο εμπόριο της Μικράς Ασίας, σε συνδυασμό με τον διωγμό των κατοίκων της λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής, βοήθησε το τραγούδι να ταξιδέψει στην Κύπρο αλλά και σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Οι στίχοι, ανά περιοχή που ενσωματώθηκε ο κόνιαλης, διαφέρουν πολύ, έτσι κάποιες φορές έχει εύθυμους στίχους, όπως για παράδειγμα στην Κύπρο ενώ αλλού μιλάει για αγάπη και πόνο. Πιο κάτω παραθέτω κάποιος στίχους του κόνιαλη που βρήκα στο διαδίκτυο, όπως επίσης και κάποια βίντεο.

Συνοψίζοντας να αναφέρω πως πέραν των στίχων που διαφέρουν ανά περιοχή, διαφέρει και η χορογραφία έτσι στην Κρήτη χορεύεται ως αντικρυστός χορός, στο  Αγιονέρι της Θεσσαλονίκης σαν γαμήλιος χορός με κουτάλια, στην Ίμβρο σαν κράμα συρτού και χασάπικου ενώ στην Ρόδο το χορεύουν μόνο άντρες, ένας ή δύο με 2 ποτήρια στο χέρι.

Κύπρος

Ε, σαρανταδκυό πήχες παννίν,

σαρανταδκυό πήχες παννίν,

έκαμαν μου έκαμαν μου

μια βράκαν.

Τη γ’ έρμην την βράκα

που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Ε, τζι ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς,

τζι ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς,

τζι εσάριζεν τζι εσάριζεν

την στράταν.

Τη γ’ έρμην την βράκα

που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην

τζιαι πκοιός να μου την πλύνει,

τζιαι πκοιός να την απλώσει,

στον ήλιον να στεγνώσει,

τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια,

πονά τη σιερώσει,

την βράκαν μου την τόσην

τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Ε, τζι ήμουν δεκατριών χρονών,

τζι ήμουν δεκατριών χρονών,

τζι εφόρουν την τζι εφόρουν την

βρακού μου.

Τη γ’ έρμην την βράκα

που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Ε, τζι εγύριζα μες στο χωρκόν,

τζι εγύριζα μες στο χωρκόν,

κρυφά τους χω κρυφά τους

χωρκανούς μου.

Τη γ’ έρμην την βράκα

που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην

τζιαι πκοιός να μου την πλύνει,

τζιαι πκοιός να την απλώσει,

στον ήλιον να στεγνώσει,

τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια,

πονά τη σιερώσει,

την βράκαν μου την τόσην

τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Ε, παρά να πάρεις άδρωπον,

παρά να πάρεις άδρωπον,

τζιαι ναν’ τζιαι με τζιαι ναν’ τζιαι με

την βράκαν.

Την γέραμην την βράκαν

που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Ε, καλλίτερα πανταλονάν

καλλίτερα πανταλονάν

τζι ας εν με την τζι ας εν με την

κομμάταν

Τη γ’ έρημην την βράκα

που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην

τζιαι πκοιός να μου την πλύνει,

τζιαι πκοιός να την απλώσει,

στον ήλιον να στεγνώσει,

τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια,

πονά τη σιερώσει,

την βράκαν μου την τόσην

τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Καβάλα

Χαν για τα μπένιμ ελιτίρεμ

παστουρμά παστουρμά

κονιαλούταμ μπασκασίνα

Κόνιαλιμ γιόριμ.

Γιόριμ γιάβρουμ γιόριμ

ασλάν γιάριμ γιόριμ

Κόνιαλι γιορ.

Χαν για τα μπένιμ ελιτίρεμ

ιρακ ‘ουμ ιρακ ‘ουμ

ίτσερ ίτσερ κεσμές μπένιμ

μερακτούμ βάι βάι

κόνιαλιμ γιόριμ

Γιόριμ γιάβρουμ γιόριμ

Αχ, που είναι τα πενήντα δράμια

παστουρμά μου, παστουρμά μου

δεν βάζω κανέναν άλλον

εκτός από την Ικονιώτισσα μου

να το πιέσει

Κονιαλιώτισσα μωρό μου,

πήγαινε, μωρό μου, πήγαινε

μικρό μου λιονταράκι, πήγαινε.

Αχ, που είναι τα πενήντα δράμια

ρακιού μου, ρακιού μου

πίνω, πίνω και δεν φεύγει ο καημός μου

Ικονιώτισσα μου, πήγαινε

πήγαινε, μωρό μου, πήγαινε

Ρεμπέτικο

Αχ, Κόνιαλή μου σαν σε ιδώ στην αγορά

και με σκέρτσο να μου κόβεις παστουρμά και σουτζουκάκι,

αμάν κόνιαλή μου,

με το μαχαίρι που κρατάς μου πήρες τη ζωή μου

χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζήσω Κόνιαλή μου

Αχ, Κόνιαλή μου θέλω να γλεντήσουμε

στις ταβέρνες με ουζάκι παστουρμά και σουτζουκάκι να μεθύσουμε

ταίρι μου για να σε κάνω να μιλήσουμε

αμάν άμαν Κόνιαλή μου μαζί θα ζήσουμε

Αχ, Κόνιαλή μου σαν σε ιδώ στην αγορά

και με σκέρτσο να μου κόβεις παστουρμά και σουτζουκάκι,

αμάν κόνιαλή μου,

με το μαχαίρι που κρατάς μου πήρες τη ζωή μου

χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζήσω Κόνιαλή μου

 

Advertisements