1.jpg

Το έτος γέννησης του αμφισβητείται.  Το 1849 λέγουν πολλοί σχολιαστές του, το 1850 υποστηρίζουν οι Κ. Μόντης και Α. Χριστοφίδης και το 1851 όπως έλεγε ο ίδιος. Γονείς του ήταν ο Χατζημιχαήλ Χαράλαμπος και η Αννέτα Κονόμου.  Αργότερα υιοθέτησε το επίθετο Μιχαηλίδης.

Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε στο Δάλι κοντά στον ιερέα θείο του Χρύσανθο Παπακονόμου, με απώτερο σκοπό να φοιτήσει στο ιεροδιδασκαλείο.  Γρήγορα όμως έδειξε ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και ο πατέρας του τον έστειλε στη Λευκωσία, κοντά σε ένα συγγενή του ιερωμένο, τον Γιάννη Οικονομίδη, που τότε υπηρετούσε στην Αρχιεπισκοπή.

Όταν όμως ο συγγενής του εκλέχθηκε Μητροπολίτης Κιτίου, με το όνομα Κυπριανός, του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ο Μητροπολίτης τον διόρισε αποθηκάριο της Μητρόπολης όμως εκείνος ονειρευόταν άλλα.  Ήθελε να γίνει ζωγράφος.  Έτσι μια νύχτα μπαρκάρει σε ένα καράβι για την Ιταλία.

Ο Δημήτρης Λιπέρτης γράφει προς τούτο:

“Μου φαίνεται ότι ο Μητροπολίτης δεν τον ευνοεί και πολύ καθότι δεν είχε μεριμνήσει, δεόντως περί της μορφώσεως του και τούτο ο Βασίλης όστις πράγματι ήξιζε όλους τους συγγενείς του Δεσπότη, το έφερε βαρέως και δικαίως.  Τον ήκουσα κι εγώ παραπονούμενον.  Τούτο ένεκα ηναγκάσθη να μεταβεί εις το εξωτερικόν προς εύρεσιν πόρου ζωής και προς εκμάθηση της ζωγραφικής, όθεν μετά καιρόν επέστρεψε πάσχων από ισχυράν ισχιαλγίαν”.

Το καλοκαίρι του 1876 βρίσκεται στη Ρώμη όπου παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής στο ατελιέ ενός ζωγράφου. Τα χρήματά του δεν τον επαρκούν να μείνει για πολύ στην Ιταλία, ήταν ελάχιστα. Μάλιστα όπως εκμυστηρεύθηκε αργότερα, τα καταχράστηκε από τη Μητρόπολη για να μπορέσει να ταξιδέψει.

Σε κάποια φάση θα φύγει από την Ιταλία και πηγαίνει στην Ελλάδα.  Κατατάσσεται εθελοντής στο εκστρατευτικό σώμα για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους. Στην Κύπρο, ξαναγύρισε το 1878, στην αρχή της Αγγλοκρατίας.

Εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό όπου άνεργος και άστεγος υποχρεώθηκε να αναζητήσει στέγη από την Μητρόπολη Λεμεσού.  Την ίδια χρονιά και μέχρι το 1884 εργάζεται ως νοσοκόμος του Δημοτικού Νοσοκομείου Λεμεσού.  Παράλληλα άρχισε να ασχολείται συστηματικά με την ποίηση. Στα αρχεία του Δήμου Λεμεσού αναφέρεται ως προσωρινός νοσοκόμος, ως βοηθός φαρμακοποιού και ως επιστάτης πτωχοκομείου.

Το 1910 λόγω προβλημάτων υγείας με το αλκοόλ έχασε τη δουλειά του.  Παρόλα αυτά του δόθηκε στέγη από το Δημαρχείο Λεμεσού.  Το 1915 ο αλκοολισμός του ποιητή ήταν πια σε προχωρημένη κατάσταση και εγκαταστάθηκε στο πτωχοκομείο Λεμεσού.  Όμως η πνευματική του διαύγεια ήταν ανέπαφη κι έγραφε μέχρι την τελευταία του στιγμή.  Στον τελευταίο χρόνο του στο πτωχοκομείο έγραψε το πατριωτικό ποίημα “το όραμα του Ρωμιού”.

Ο Μιχαηλίδης πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου 1917.  Η κηδεία του έγινε με μεγαλοπρέπεια και έξοδα του Δήμου Λεμεσού.  Παρευρέθηκαν μάλιστα τα σχολεία της πόλης, πολιτικοί και επίσημοι. Η ειρωνεία είναι που ο τάφος του στο Κοιμητήριο Λεμεσού είναι αδύνατο να εντοπισθεί και αναγνωρισθεί!

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης έγραψε ποιήματα πατριωτικά, σατιρικά και ερωτικά στην καθαρεύουσα, δημοτική και κυπριακή διάλεκτο.

Γνωστότερα είναι τα πατριωτικά ποιήματα “το τραγούδι του Κυπριανού” που αργότερα πήρε το όνομα “η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου”,  “η Χιώτισσα”, “η Κύπρος στην Μάνα της” και το λυρικό “η Ανεράδα”, όλα γραμμένα στην κυπριακή τοπιολαλιά, στη γλώσσα που μιλούσε και γνώριζε καλά.

Η ψυχή μας σίγουρα συγκλονίζεται με την “9η Ιουλίου”, δακρύζει με τη “Χιώτισσα” και εντυπωσιάζεται με την “Ανεράδα”.

Πιο κάτω παραθέτω κάποιους στίχους από τα ποιήματα του Β. Μιχαηλίδη.

9η Ιουλίου 1821     
Η Ρωμιοσύνη έν’ φυλή συνόκ̌αιρη του κόσμου,

κανένας δεν εβρέθηκεν γαι να την-ι ’ξηλείψει,

κανένας, γιατί σ̌κ̌έπει την ’που τ’ άψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη έν’ να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει!

 

Σφάξε μας ούλους κ̌ι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκ̌ιν,

κάμε τον κόσμον μακ̌ελλειόν κ̌αι τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκ̌ιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσ̌ια παραπούλια.

Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,

μα πάντα κ̌είνον τρώεται κ̌αι κ̌είνον καταλυέται.

 

Η Χιώτισσα  
Αντάν εκόψαν τους Δεσποτάες

μεσ’ τζιείν  τα βάσανα τα πολλά

πούρταν  καμπόσοι Αρναουτάες

στην Λεμεσόν με τον Χατζιαλάν*

τζι είχαν τον μαύρον χάρον μιτά τους

τζι ο κόσμος έτρεμεν τ’ άρματά τους,

πούτουν οι τόποι νεκατσιασμένοι*

κάθε  καντούνιν τζιαί μαχαλλάς

τζι ήτουν στα σπίθκια  τους τρυπωμένοι

που τα σουρούπια του φου οι λας,

                  Η Ανεράδα
Στηχ χώραν π’ αναγιώθηκα

τζιαι κόμα αναγιώννουμουν

τζι άρτζιεψα νάκκον να λαχτώ

τότες εξηφοήθηκα

τα ζώδκια τζι εν εχώννουμουν

τζι εξέβηκα να δκιανεφτώ.

Σε μιαν ποταμοδκιάβασην

μιαλ λυερήν εσσιάστηκα

νείεν καεί η σταλαμή!

ούλλα τ’ αρνίν εις τον τσοκκόν

ο άχαρος επιάστηκα

αντάν πιαστεί μες στην νομήν.

Τα πιο πάνω γράφτηκαν σαν ευλαβικό μνημόσυνο στον εθνικό μας ποιητή.

* Το πιο πάνω κείμενο γράφτηκε από τον πατέρα μου Δημήτρη Κυριάκου

546920_10151406643749075_1486931360_n

Advertisements