1917212_orig.jpg

Η Patricia Beer (1919 – 1999), υπήρξε μια Αγγλίδα ποιήτρια που στην πρώτη της ποιητική συλλογή, το 1959, με τίτλο Loss of the Magyar and other poems, συμπεριέλαβε ένα ποίημα, το “The Fifth Sense” (H πέμπτη αίσθηση), εμπνευσμένη από ένα σκηνικό που έτυχε στην Κύπρο, κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα 55-59’. Βασικά, η Patricia Beer, αναφέρεται σε ένα γεγονός, που έλαβε μέρος στις 30 Δεκεμβρίου του 1957, όπου τα Αγγλικά στρατεύματα, αφού πρώτα φώναξαν δύο φορές αλτ, σε κάποιον βοσκό, ονόματι Νικολής Λοΐζου, αυτός δεν ανταποκρίθηκε, έτσι τον πυροβόλησαν. Όταν εξετάστηκε στο νοσοκομείο, όπου υπέκυψε στα τραύματα του, διαπιστώθηκε πως ήταν κωφός. Η ποιήτρια που την κυρίευσαν οι Ερινύες έγραψε το πιο κάτω ποίημα για χάρη του. Το παραθέτω σε μετάφραση που βρήκα στο διαδίκτυο.

 

Tα φώτα όλο το βράδι είναι αναμμένα

Eδώ, όπου όλους επιτηρούν και τους φροντίζουν,

Kι εγώ, ένας βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου,

Eπιθυμώ το σκοτάδι, γιατί εκεί

Είχα σιγουριά, ενώ τώρα η ματιά μου

Σκουντουφλά σε κρεββάτια, σαν λευκά σκόρπια λιθάρια,

και το σπιτικό μου νοσταλγώ, απόμακρο και κοιμισμένο

καθώς η νύχτα βαραίνει στους ώμους μου.

 

H όρασή μου ήταν καλή,

Καλύτερη από άλλους. Γευόμουν το κρασί και το ψωμί

Kαι το βρεγμένο αλώνι αναγνώριζα

Tο θέρος. Ήξερα να φυλάγομαι απ’ την οσμή

Tης αλεπούς μές στο λαβύρινθο του δάσους και της βλάστησης.

Ένιωθα τ’ άγγιγμα της καταχνιάς και της αναπνοής.

Όμως αισθήσεις δυνατές είχα μονάχα τέσσερις.

H πέμπτη μ’ έφερε κοντά στο θάνατο.

 

Oι στρατιώτες πρέπει να είχαν καλέσει

Mε τη λέξη που έπρεπε: Aλτ. Eπειδή δεν άκουσα

Ήμουν η αποτυχία τους, χαλαρωμένη στο έλεος

Του χειμωνιάτικου ουρανού, η σημαία της ήττας τους.

Mε τις πέντε αισθήσεις τους δεν γνώριζαν

Πως από εμένα έλειπε μια, κι έτσι έπρεπε να κτυπήσουν .

Kαι το ουράνιο τόξο θα πυροβολούσαν αν είχε

Ένα χρώμα λιγότερο από ό,τι διδάχτηκαν.

 

Eίπε ο Xριστός πως όταν ένα πρόβατο

χαθεί, δεν έχουν πια σημασία τα άλλα.

Σ’ αυτό το νοσοκομείο, όπου η ξένη ανάσα

Kρέμεται σαν φανάρι πάνω στο στιλβωμένο πάτωμα

Συνθλίβοντας όσους δεν έχουν ύπνο,

Kαταλαβαίνω πόσο πολύτιμο είναι το κάθε τι, πόσο ακριβό,

Aφού μπορεί να μην αγγίξω, να μυρίσω, να γευτώ, να ιδώ

Ποτέ ξανά, επειδή δεν μπόρεσα ν’ ακούσω.

Advertisements