woman-on-couch.jpg

Α δε γεναίκαν οκνηαρκάν από σπερού κοντσίζει

Βάλλει κοσπέντε τράντ’ αυκά κάθεται τηανίζει

Σκεπάζεται ‘ς το πάπλωμα και τρώ και μουρμουρίζει

Άντρας ασυγχώρητος επήεν και γυρίζει

Και εν έρκεται ετσιά χαμαί νερόν να την ποτίζη

Αντάν θεννά μαειρέψη το χωρκόν εννά ξηστρέψη

Γύρευκεν πο κείνην τ’ άλας που την άλλην την κουτάλλαν

Άντρας της εν’ πάνω ‘ς το όρος φορτωμένος την λιμάγγραν

Εκατέβην για να φάη η κουφή να τον δακκάνη

Έφαεν καλά κη επρήστην κη έβκην έξω κη εφουμίστην

Ηύρεν άμμον κη εκυλίστην κη εφώναζεν κη ελάλεν

Αφερούμου βρε γεναίκα όμορφο το μαειρκό σου

Σήκου πιάσ’ και το μωρόν κη κρεμμίστου ‘ς το χωρκόν σου

Advertisements