4654-720x312.jpg

«Μέρες ολόκληρες μάζευαν κόσμο. Οι τελάληδες ξελαρυγγιάστηκαν. Διατυμπάνιζαν ότι ο νέος Σουλτάνος θα κήρυξη ιερό πόλεμο ενάντια σ’ αυτούς, τους άπιστους. Όλοι έπρεπε να συμμετάσχουμε. Ήταν θέλημα του Αλλάχ. Μεγάλη τιμή που θα λαμβάναμε μέρος. Θα ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να τύχει στην ζωή μας.

Μέρα παρά μέρα πληθαίναμε. Οι λοχίες έλεγαν ότι φτάσαμε τις εκατό χιλιάδες. Ποιος ξέρει, ίσως να ήμασταν και περισσότεροι. Μας μοίρασαν και όπλα. Άλλοι σπαθιά, άλλοι ακόντια, ρόπαλα και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς. Άλλοι τραβούσαν τα κανόνια Ούγγρου Ουρβάνου. Όσοι δεν είχαν όπλα έπαιρναν ότι έβρισκαν. Από δρεπάνια του θερίσματος μέχρι και σφυριά των σιδεράδων.

Εμείς ήμασταν οι άτακτοι. Η πρώτη γραμμή. Κανείς μας δεν ήταν στρατιώτης. Κανείς δεν γνώριζε τίποτα από μάχη. Οι περισσότεροι ήταν βοσκοί και γεωργοί. Ότι ήθελες έβρισκες. Μέχρι και άπιστους Χριστιανούς είχε που έψαχναν χρήματα και δόξες.

Φύγαμε απ’ την Αδριανούπολη στις 23 Μαρτίου. Περπατούσαμε ακατάπαυστα μέχρι να φτάσουμε το Μπακίρκιοϊ (Μακροχώρι), στις 4 Απριλίου. Ο Σουλτάνος είπε ότι μια μέρα είναι αρκετή για ξεκούραση. Στις 6 ξεκινήσαμε την πολιορκία. Οι λοχίες μας έδωσαν αυστηρές διαταγές. Όταν θα επιτιθέμαστε, να είναι υπό τις ιαχές Αλλάχ-Αλλάχ. Να ακούγονται μέχρι την άλλη μεριά του κόσμου μας, έλεγαν με τρομερό πάθος.

Τα τείχη των απίστων έφταναν μέχρι τον ουρανό. Μπροστά τους είχαν μια μεγάλη τάφρο γεμάτη με νερό. Το βάθος της ήταν ασύλληπτο. Κάθε επίθεση που κάναμε, εκατοντάδες πτώματα σμπαραλιάζονταν στην τάφρο. Αντί για τα πλούτη και τα νέκταρ που τους έταζαν, τώρα κείτονταν μέσα στο νερό. Τα σώματα τους πρήζονταν. Το τοπίο μύριζε θάνατο. Κάθε βράδυ μας έλεγαν τα ίδια. Τυχεροί οι στρατιώτες που πίνουν το νέκταρ του μαρτυρίου.

Μέρα νύκτα κάναμε επιθέσεις. Τα κανόνια δεν έπαυαν να στοχεύουν προς τα τείχη. Τα πτώματα στην τάφρο ήταν χιλιάδες πλέον. Μπορούσαμε και πατούσαμε πάνω τους. Μύγες τεράστιες τους έκαναν παρέα. Η πύλη του Αγίου Ρωμανού, μετά από εκατοντάδες κανονιές άνοιξε. Πλέον την λέγαμε Τοπ-Καπί, δηλαδή η πύλη του κανονιού. Παρακαλούσαμε να πεθάνουμε. Δεν αντέχαμε πλέον αυτό το πράγμα. Ας μας έπαιρνε και εμάς ο Αλλάχ, στα τοπία που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβει.

Αρχίσαμε να βάζουμε τις σκάλες για να βγούμε πάνω στα τείχη. Μας σημάδευαν με τα τόξα. Θα σκότωσαν μερικές χιλιάδες με αυτόν τον τρόπο. Ήμασταν απροστάτευτοι στο χείλος του θανάτου. Οι άπιστοι μας έριχναν κιόλας από πάνω λιωμένο μολύβι. Μας χώριζε τα κόκκαλα απ’ την σάρκα. Άτυχοι αυτοί που λούστηκαν απ’ αυτό. Σπάραζαν απ’ τους πόνους μέχρι ο Αλλάχ να τους πιάσει. Όσοι προσπαθούσαν να ξεφύγουν τους σκότωναν οι λοχίες κάτω. Αμέσως τους έριχναν στην τάφρο. Υπήρχε περισσότερη σταθερότητα που στεκόμασταν όσο πλήθαιναν τα πτώματα στο νερό.

Μετά από ατέλειωτες ώρες μάχης μπήκαμε μέσα. Μεγάλη μάχη με τους άπιστους πριν υποχωρήσουν. Ήμασταν πολλαπλάσιοι τους. Φτάσαμε κοντά σε ένα πύργο. Ήταν τα τείχη του παλατιού του βασιλιά. Μπήκαμε μέσα αθόρυβα. Κανείς δεν μιλούσε. Υπήρχε απόλυτη σιγή. Κοιτάξαμε από μια θύρα κάτω, που γινόταν η μεγάλη μάχη. Πλέον όλα τελείωσαν. Έτρεχαν να φύγουν. Ξαφνικά, μέσα στην
απόλυτη σιγή ακούσαμε ένα άπιστο να φωνάζει με σπαραχτική φωνή Εάλω η Πόλις. Ακόμα τον θυμάμαι».

Σηκώθηκε υποβασταζόμενος απ’ την καρέκλα και αποχώρησε κλαίγοντας. Οι άλλοι, αυτοί που τον άκουγαν με ιδιαίτερη προσοχή, έμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί. Κανείς δεν είχε τίποτα να πει. Το καφενείο παρέμεινε βουβό μέχρις ότου να χαθεί παντελώς από μπροστά τους ο τυχερός στρατιώτης…

 

Advertisements