gkinisst080115.jpg

Μιαν φοράν τζι έναν τζαιρόν, είσιεν θκυο αδέρκια, έναν πελλόν τζι έναν νούσιμον. Ήταν που οικογένειαν φτωσιήν τζι εν είχαν που τον νήλιον μοίραν.
Μιαν ημέραν, λαλεί του Πελλού ο Νούσιμος:
– «Ρε, έρκεσαι μητά μου να πάμεν σε άλλους τόπους πέρκη έβρουμεν την τύχην μας;»
– «Διώ εφτά κουτρουμπέλλες,» λαλεί του ο Πελλός.
Επήαν έσσω, τζι εποσιαιρετήσαν την μάναν τους να τους δώκει την εφτζήν της.
Ο Πελλός εβαρυκόλιαν, ο Νούσιμος αβιάζετουν να μεν νυχτωθούσιν.
– «Χάτε ρε, εγιώ φεύκω, τελείωννε τζαι τράβα τζαι την πόρταν μητά σου»
Τραβά την πόρταν ο Πελλός, εξιμπάρρωσεν την. Επηαίνναν επηαίνναν, ο Πελλός εν έφτανεν τον Νούσιμον. Γυρίζει πίσω ο Νούσιμος, ιντα να δει…
– «Μα ΄σαι τέλλεια πελλός ρε; Κουβαλάς τζαι την πόρταν μητά σου;»
– «Εγιώ είμαι ο πελλός αξά εσού που μου είπες να την τραβήσω μητά μου»
Την ώραν τζείνην εφτάσαν σ’έναν ποταμόν.
– «Χάτε αφού την εκουβάλησες ως δαμαί, βάρτην να την κάμουμεν γιοφύριν να ρέξουμεν που την άλλην.»
Ρέσσουν που την άλλην, ο Πελλός το φκολίν του να κουβαλά την πόρταν.
– «Ρε μα ΄σαι πελλός ρε, την πόρταν τι την κουβαλάς;»
– «Ίντα εν να πετάξω την πόρταν;» λαλεί του ο Πελλός. «Τζι αν μας ιγρειαστεί;»
Επηαίνναν επηαίνναν, είδαν τον κουρνιαχτόν του φουσάτου του βασιλιά που εστρέφετουν που το τζυνήιν. Ο Νούσιμος εφοήθην άμπα τζαι πιάει τους ο βαλιλιάς τζαι κάμει τους στρατιώτες τζαι ετράβησεν τζαι τον Πελλόν τζαι εφκήκαν πας έναν δεντρόν να χωστούν. Η πόρτα εβρέθην τους πάλε. Εβάλαν την πας σε θκυό κλωνιά πας το δεντρόν τζαι κάτσαν τζαι τζείνοι πουπάνω.
Γυρόν τζαι πογυρόν, ο βασιλιάς ήρτεν πουκάτω που το δεντρόν τζαι έστρωσεν τραπέζιν να φαν τα τζυνήα. Ετρώαν, επίνναν, εδιασκεδάζαν τζαι εν ελαλούσαν να τελειώνουν να φεύκουν. Στην πολλήν την ώραν ο Πελλός εσυφτάστην τζαι έθελεν να κατουρήσει.
– «Ούσσου, κάτσε τζιαμέ τζαι σφίχτου», ένεψεν του ο Νούσιμος.
Ο Πελλός τίποτε. Ήταν να σπάσει.
– «Ξαπόλα τα λλίον λλίον να με σε πάρουν χαπάριν», εψουψούρισεν του ο Νούσιμος.
Κορτώννει την ο Πελλός, εγέμωσεν το ποτήριν του βασιλιά.
– «Μεγάλον πουλλάκιν επέρασεν» λαλεί ο βασιλιάς, τζαι εσυνέχισεν το ζιαφέττιν.
Ύστερα που λλίον λαλεί ο Πελλός του Νούσιμου:
– «Ρε εν χοντρόν μου που έθελα να κάμω, εκατούρησα μα εν μου επέρασεν το σύφτασμαν»
– «Εν να μας δουν τζαι κατύσιη μας» εψουψούρισεν του ο Νούσιμος.
– «Εν να τα ξαπολύσω λλία λλία» λαλεί του ο Πελλός
Ξαπολά έναν κοτσιράκκον ο Πελλός, έππεσεν ίσια μες το πιάτον του βασιλιά.
– «Μεάλον πουλλάκιν επέρασεν, μεάλον κότσιρον μας έχεσεν» λαλεί ο βασιλιάς.
Την ώραν που μάσιετουν να ψηλώσει τα παντελόνια του ο Πελλός επεϋκλώθηκεν τζαι έγλιασεν η πόρτα τζαι έππεσεν πας την παρέαν του βασιλιά.
– «Βουράτε να φύουμεν τζαι σύρνουν μας με τα κανόνια» εφώναξεν ο βασιλιάς.
Εφύαν άρον  άρον τζαι αφήκαν τζιαμαί τζαι τα πιάτα τα χρυσά, τζαι τα προτσομάσιαιρα τα αρκυρά, τζαι τα ποτήρκα τα κρυσταλλένα. Κατεβαίννουν που το δεντρόν, ο Νούσιμος εσύναξεν τα χρυσαφικά, ο Πελλός εσύναξεν τα ελιοκόκκονα να καπνίσει τζαι να δοξάσει τον θεόν που τους εγλύτωσεν. Ο Πελλός ύστερις έπιαεν μια παλιόσμιλα τζαί έναν παλιοξιούραφο τζαι ισιώσαν στην πόλη.

Ο Νούσιμος επούλισε τα χρυσαφικά τζαί έπιαχεν ριάλλια. Ο Πελλός εγύριζεν μέστην πόλη τζαι εφώναζεν

– Καθαρίζο φκιά…. Ξιουρίζο γλώσσες… Ήρτε ένας να του καθαρίσει τα φκιά του. Μπήει του την σμίλλα μέστο φτήν… έφκαλεντην που το άλλο… Ο άδροπος εφώναζεν εκούφανε με, εκούφανε με… Ύστερης έρκεται ένας να του καθαρίσει την γλώσσα του. Κάμνει πως εννα του την καθαρίσει ο Πελλός αλλά έκοψε του την.. Χωρεί τον ο Νούσιμος τζαί έπιαντον τζαί επίαν πίσω στο χωρκόν.

Τζαι ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…..

Υ.Γ. Το εν λόγω παραμύθι εμφανίζετε με δεκάδες παραλλαγές από τόπο σε τόπο. Στην Ελλάδα για παράδειγμα λέγεται η Ζουρλοκατερίνα.

Advertisements